sublet
sub
ˈsʌb
σαμπ
let
lɛt
λετ
subset
subletting

Ορισμός και σημασία του "sublet"στα αγγλικά

01

υπομίσθωση, υποενοικίαση

a lease from one lessee to another 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sublets
to sublet
01

υποενοικιάζω παράνομα, νοικιάζω κρυφά

to rent a place from its owner and then rent it to someone else without having any permission or legal right 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sublet
γ΄ ενικό πρόσωπο
sublets
ενεστώτα μετοχή
subletting
απλός αόριστος
sublet
παθητική μετοχή
sublet

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

sublet
let
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store