Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sublease
01
υπομίσθωση, υποενοικίαση
the act of renting a property to a tenant by someone who is a tenant himself
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
subleases
Παραδείγματα
The sublease allowed the tenant to temporarily rent out their apartment to another party while they were away on sabbatical.
Η υπομίσθωση επέτρεψε στον ενοικιαστή να νοικιάσει προσωρινά το διαμέρισμά του σε άλλο μέρος ενώ βρισκόταν σε αναρρωτική άδεια.
to sublease
01
υπομισθώνω, εκχωρώ τη μίσθωση
to lease or rent all or part of a property that one is already leasing to another person
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sublease
γ΄ ενικό πρόσωπο
subleases
ενεστώτα μετοχή
subleasing
απλός αόριστος
subleased
παθητική μετοχή
subleased
Παραδείγματα
She decided to sublease her apartment while working abroad.
Αποφάσισε να υπομισθώσει το διαμέρισμά της ενώ εργαζόταν στο εξωτερικό.
Λεξικό Δέντρο
sublease
lease



























