sublease
Pronunciation
/ˈsəˌbɫis/

Ορισμός και σημασία του "sublease"στα αγγλικά

01

υπομίσθωση, υποενοικίαση

the act of renting a property to a tenant by someone who is a tenant himself
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
subleases
Παραδείγματα
Before signing the sublease, the subtenant conducted a walkthrough of the premises with the sublessor to ensure that it met their needs and expectations.
Πριν από την υπογραφή της υπομίσθωσης, ο υπομισθωτής πραγματοποίησε μια περιήγηση των χώρων με τον υπομισθωτή για να διασφαλίσει ότι πληρούσε τις ανάγκες και τις προσδοκίες τους.
to sublease
01

υπομισθώνω, εκχωρώ τη μίσθωση

to lease or rent all or part of a property that one is already leasing to another person
Dialectamerican flagAmerican
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
sublease
γ΄ ενικό πρόσωπο
subleases
ενεστώτα μετοχή
subleasing
απλός αόριστος
subleased
παθητική μετοχή
subleased
Παραδείγματα
The student subleased her dorm room during the summer break.
Η φοιτήτρια υπενοικίασε το δωμάτιό της στην εστία κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store