Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
subjective
01
υποκειμενικός, προσωπικός
based on or influenced by personal feelings or opinions rather than facts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most subjective
συγκριτικός βαθμός
more subjective
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Their ranking system was too subjective, making it hard to measure fairness.
Το σύστημα κατάταξής τους ήταν πολύ υποκειμενικό, κάνοντας δύσκολο τη μέτρηση της δικαιοσύνης.
02
υποκειμενικός, προσωπικός
existing within one's mind and dependent on one's perspective rather than reality
Παραδείγματα
Aesthetic preferences remain subjective, influenced by personal taste.
Οι αισθητικές προτιμήσεις παραμένουν υποκειμενικές, επηρεαζόμενες από την προσωπική γεύση.
Subjective
01
υποκείμενο, υποκειμενική πτώση
a grammatical role in which a noun or pronoun functions as the subject of a verb
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
subjectives
Παραδείγματα
Grammar rules dictate when to use the subjective instead of the objective.
Οι γραμματικοί κανόνες καθορίζουν πότε να χρησιμοποιείται το υποκειμενικό αντί για το αντικειμενικό.
Λεξικό Δέντρο
nonsubjective
subjectively
subjectiveness
subjective
subject



























