Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Subdivision
01
υποδιαίρεση, κατανομή
the act of subdividing; division of something previously divided
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
subdivisions
02
υποδιαίρεση, κατάτμηση
an area composed of subdivided lots
03
υποδιαίρεση, δευτερεύουσα διαίρεση
a division of some larger or more complex organization
04
υποδιαίρεση, κατάτμηση
a section of a section; a part of a part; i.e., a part of something already divided
05
υποδιαίρεση, μέρος
a self-contained part of a larger composition (written or musical)
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
subdivision
division
divide



























