to subcontract
sub
sʌb
sab
cont
kənt
kēnt
ract
rækt
rākt
contract

Ορισμός και σημασία του "subcontract"στα αγγλικά

to subcontract
01

υποσυνάπτω, εξωτερικεύω

arranged for contracted work to be done by others 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
subcontract
γ΄ ενικό πρόσωπο
subcontracts
ενεστώτα μετοχή
subcontracting
απλός αόριστος
subcontracted
παθητική μετοχή
subcontracted
02

υποσυνάπτω, εργάζομαι με υποσύμβαση

work under a subcontract; engage in a subcontract 
01

υποοικοδομή

a contract assigning to another party some obligations of a prior contract 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
subcontracts
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store