Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stupefaction
01
κατάπληξη, ζάλη
the action of stupefying; making dull or lethargic
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
κατάπληξη, νάρκωση
marginal consciousness
03
κατάπληξη, ζάλη
a state of being shocked or amazed to the point of being unable to think clearly
Παραδείγματα
He stared in stupefaction at the magician's trick.
Κοίταξε με κατάπληξη το κόλπο του μάγου.



























