stupefaction
stupe
stju:p
styoop
fac
fæk
fāk
tion
ʃən
shēn

Ορισμός και σημασία του "stupefaction"στα αγγλικά

01

κατάπληξη, ζάλη

the action of stupefying; making dull or lethargic 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02

κατάπληξη, νάρκωση

marginal consciousness 
03

κατάπληξη, ζάλη

a state of being shocked or amazed to the point of being unable to think clearly 
Παραδείγματα
He stared in stupefaction at the magician's trick. 

Κοίταξε με κατάπληξη το κόλπο του μάγου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store