stupefaction
stupe
stu:p
stoop
fac
fæk
fāk
tion
ʃən
shēn
/stjˌuːpɪfˈækʃən/

Ορισμός και σημασία του "stupefaction"στα αγγλικά

01

κατάπληξη, ζάλη

the action of stupefying; making dull or lethargic
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02

κατάπληξη, νάρκωση

marginal consciousness
03

κατάπληξη, ζάλη

a state of being shocked or amazed to the point of being unable to think clearly
Παραδείγματα
His sudden resignation caused stupefaction among his colleagues.
Η ξαφνική παραίτησή του προκάλεσε κατάπληξη στους συναδέλφους του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store