Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stupefaction
01
κατάπληξη, ζάλη
the action of stupefying; making dull or lethargic
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
02
κατάπληξη, νάρκωση
marginal consciousness
03
κατάπληξη, ζάλη
a state of being shocked or amazed to the point of being unable to think clearly
Παραδείγματα
His sudden resignation caused stupefaction among his colleagues.
Η ξαφνική παραίτησή του προκάλεσε κατάπληξη στους συναδέλφους του.



























