Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stunt
01
επιβραδύνω, εμποδίζω
to stop or slow down the development or growth of something
Transitive: to stunt development or growth of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stunt
γ΄ ενικό πρόσωπο
stunts
ενεστώτα μετοχή
stunting
απλός αόριστος
stunted
παθητική μετοχή
stunted
Παραδείγματα
Lack of sunlight can stunt the growth of plants.
Η έλλειψη ηλιακού φωτός μπορεί να επιβραδύνει την ανάπτυξη των φυτών.
02
πραγματοποιώ τολμηρά κόλπα, εκτελώ εντυπωσιακές ακροβασίες
to perform daring or impressive tricks
Intransitive
Παραδείγματα
He trained for years to stunt with a parachute, jumping from planes for shows.
Εκπαιδεύτηκε για χρόνια για να κάνει ακροβατικά με αλεξίπτωτο, πηδώντας από αεροπλάνα για παραστάσεις.
Stunt
01
ακροβατικό, επικίνδυνη ενέργεια
a dangerous and difficult action that shows great skill and is done to entertain people, typically as part of a movie
Παραδείγματα
The actor performed his own stunt during the action scene, impressing the crew.
Ο ηθοποιός εκτέλεσε το δικό του ακροβατικό κατά τη διάρκεια της σκηνής δράσης, εντυπωσιάζοντας το συνεργείο.
02
ακροβασία, δημοσιογραφικό κόλπο
a difficult, unusual, or risky action performed to attract attention
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stunts
Παραδείγματα
Publicity stunts often go viral on social media.
Τα κόλπα δημοσιότητας συχνά γίνονται viral στα κοινωνικά δίκτυα.
03
νανισμός, κατασταλμένο ζώο
an animal, especially a whale, that has been prevented from reaching full growth
Παραδείγματα
The biologist examined a stunt found in the bay.
Ο βιολόγος εξέτασε ένα νάνο που βρέθηκε στον κόλπο.
Λεξικό Δέντρο
stunted
stunting
stunt



























