Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stud
01
σκουλαρίκι, piercing
a small piece of jewelry with a short metal post that is pierced into a part of the body
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
studs
Παραδείγματα
The piercing artist suggested a gold stud for her eyebrow, and she loved the way it looked.
Ο καλλιτέχνης του piercing πρότεινε ένα χρυσό στιλέτο για το φρύδι της, και της άρεσε πώς φαινόταν.
02
επίδοξος, γόητας
a sexually attractive man who has many sexual partners
Παραδείγματα
The character in the romance novel was portrayed as a handsome and charming stud who swept the heroine off her feet.
Ο χαρακτήρας στο ρομαντικό μυθιστόρημα απεικονίστηκε ως ένας όμορφος και γοητευτικός επιβήτορας που κέρδισε την ηρωίδα.
03
επιβήτορας, αναπαραγωγικός αρσενικός
a male animal, often a horse, that is kept for breeding purposes
04
stud, stud πόκερ
poker in which each player receives hole cards and the remainder are dealt face up; bets are placed after each card is dealt
05
στύλος, κολώνα
an upright in house framing
06
ένα butch, μία αρσενική
a masculine queer woman, especially within African-American or Latinx communities
Slang
Παραδείγματα
The stud leaned against the wall, calm and confident.
Ο stud ακούμπησε στον τοίχο, ήρεμος και σίγουρος.
to stud
01
σκαρπίζω, διασπείρω
scatter or intersperse like dots or studs
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stud
γ΄ ενικό πρόσωπο
studs
ενεστώτα μετοχή
studding
απλός αόριστος
studded
παθητική μετοχή
studded
02
εξοπλίζω με καρφιά, κατασκευάζω με καρφιά
provide with or construct with studs



























