stubble
stu
ˈstʌ
sta
bble
bəl
bēl
stumble

Ορισμός και σημασία του "stubble"στα αγγλικά

01

γενειάδα μερικών ημερών, αγένια

short stiff hair growing on the face when it is not shaved, typically on a man's face 
stubble definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stubbles
Παραδείγματα
After not shaving for a few days, he had a thick stubble covering his chin and cheeks. 

Αφού δεν έγειρε για μερικές μέρες, είχε ένα πυκνό γενάκι που κάλυπτε το πηγούνι και τα μάγουλά του.

02

καλάμι, άχυρο

the leftover plant material, like seed coverings and bits of stem or leaves, remaining after crops are harvested 
Παραδείγματα
The field was left with stubble after the wheat harvest. 

Το χωράφι άφησε αχυρένια μετά τη συγκομιδή του σιταριού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store