Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
strong-willed
01
δυναμικός, αποφασιστικός
very determined in one's beliefs or decisions, often showing firmness of character and persistence in achieving what one wants
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most strong-willed
συγκριτικός βαθμός
more strong-willed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
In negotiations, his strong-willed stance ensured that the team's interests were protected and respected.
Στις διαπραγματεύσεις, η αποφασιστική του στάση εξασφάλισε ότι τα συμφέροντα της ομάδας προστατεύτηκαν και σεβάστηκαν.



























