Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to strong-arm
01
αναγκάζω, πιέζω
to use force, threats, or coercion to make someone do something against their will
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
strong-arm
γ΄ ενικό πρόσωπο
strong-arms
ενεστώτα μετοχή
strong-arming
απλός αόριστος
strong-armed
παθητική μετοχή
strong-armed
Παραδείγματα
He tried to strong-arm me into signing the contract.
Προσπάθησε να με αναγκάσει να υπογράψω το συμβόλαιο.
02
ασκώ πίεση, κυριαρχώ
to be domineering or bossy towards someone, often in a way that feels intimidating or unfair
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
Παραδείγματα
She has a habit of strong-arming her team into following her every direction.
Έχει τη συνήθεια να ασκεί πίεση στην ομάδα της για να ακολουθεί κάθε κατεύθυνσή της.



























