Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to strong-arm
01
αναγκάζω, πιέζω
to use force, threats, or coercion to make someone do something against their will
disapproving
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
strong-arm
γ΄ ενικό πρόσωπο
strong-arms
ενεστώτα μετοχή
strong-arming
απλός αόριστος
strong-armed
παθητική μετοχή
strong-armed
Παραδείγματα
The politician was known to strong-arm his opponents to gain support.
Ο πολιτικός ήταν γνωστός ότι ασκούσε πίεση στους αντιπάλους του για να κερδίσει υποστήριξη.
02
ασκώ πίεση, κυριαρχώ
to be domineering or bossy towards someone, often in a way that feels intimidating or unfair
disapproving
informal
Παραδείγματα
The boss is known for strong-arming employees into working overtime without asking.
Το αφεντικό είναι γνωστό ότι αναγκάζει τους εργαζομένους να δουλεύουν υπερωρίες χωρίς να ρωτά.



























