Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
strong-minded
01
αποφασιστικός, σταθερός στις απόψεις του
having an independent mind with opinions and beliefs that are not easily influenced by others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most strong-minded
συγκριτικός βαθμός
more strong-minded
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was strong-minded, standing by her decisions despite criticism.
Ήταν αυτοδύναμη, μένοντας πιστή στις αποφάσεις της παρά τις επικρίσεις.
02
αποφασιστικός, δυνατόπνευμος
having a determined will



























