striped
striped
straɪpt
straipt
stripped

Ορισμός και σημασία του "striped"στα αγγλικά

01

ριγωτός, με ρίγες

having a pattern of straight parallel lines 
striped definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most striped
συγκριτικός βαθμός
more striped
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She wore a striped shirt with alternating lines of blue and white. 

Φορούσε ένα ριγέ πουκάμισο με εναλλασσόμενες γραμμές μπλε και λευκού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store