striped
striped
straɪpt
στραιπτ
/straɪpt/

Ορισμός και σημασία του "striped"στα αγγλικά

01

ριγωτός, με ρίγες

having a pattern of straight parallel lines
striped definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most striped
συγκριτικός βαθμός
more striped
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The cat's fur was striped with dark and light patches, resembling a tiger's coat.
Η γούνα της γάτας ήταν ριγωτή με σκούρες και ανοιχτές κηλίδες, μοιάζοντας με το δέρμα μιας τίγρης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store