Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stridently
01
διαπεραστικά, με δύναμη
in a forceful and harsh way, especially when expressing opinions that may upset or offend others
Παραδείγματα
He stridently argued for stricter environmental laws.
Υποστήριξε δυνατά για πιο αυστηρούς περιβαλλοντικούς νόμους.
Λεξικό Δέντρο
stridently
strident
stride



























