Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stride
01
περπατώ με μεγάλα βήματα με αυτοπεποίθηση, προχωρώ με αποφασιστικότητα
to walk confidently and purposefully with long, decisive steps
Intransitive: to stride somewhere
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
stride
γ΄ ενικό πρόσωπο
strides
ενεστώτα μετοχή
striding
απλός αόριστος
strode
παθητική μετοχή
stridden
Παραδείγματα
The CEO entered the boardroom and strode confidently to the front, ready to address the team.
Ο CEO μπήκε στην αίθουσα συνεδριάσεων και περπάτησε με αυτοπεποίθηση προς τα εμπρός, έτοιμος να απευθυνθεί στην ομάδα.
02
περπατώ με μεγάλα βήματα, κινούμαι με αποφασιστικά βήματα
to walk or move over a distance by taking long, decisive steps
Transitive: to stride a place
Παραδείγματα
The artist strided the gallery, admiring the diverse collection of paintings and sculptures.
Ο καλλιτέχνης περπάτησε με μεγάλα βήματα στην γκαλερί, θαυμάζοντας τη διαφορετική συλλογή πινάκων και γλυπτών.
Stride
01
βήμα, διασκελισμός
a step in walking or running
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
strides
02
βήμα, διασκελισμός
the distance covered by a step
03
πρόοδος, προόδος
noticeable progress or advancement made towards a goal or desired outcome
Παραδείγματα
The company's new strategy has allowed it to make significant strides in the market.
Η νέα στρατηγική της εταιρείας της επέτρεψε να κάνει σημαντικά βήματα στην αγορά.
Λεξικό Δέντρο
stridence
strident
strider
stride



























