stricture
stric
ˈstrɪk
strik
ture
tʃa
tsha
structure

Ορισμός και σημασία του "stricture"στα αγγλικά

01

αυστηρή κριτική, επίπληξη

a severe criticism of something or someone 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
strictures
Παραδείγματα
The politician faced harsh stricture from the media for his controversial remarks. 

Ο πολιτικός αντιμετώπισε σκληρή κριτική από τα μέσα ενημέρωσης για τις αμφιλεγόμενες δηλώσεις του.

02

στένωση, στένωση

unusual narrowing of a bodily canal 
Παραδείγματα
The stricture in the airway made it challenging for the patient to breathe properly. 

Η στένωση στις αεραγωγούς οδούς έκανε δύσκολο για τον ασθενή να αναπνεύσει σωστά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store