to strew
strew
stru:
stroo
strawscrewshrew

Ορισμός και σημασία του "strew"στα αγγλικά

to strew
01

σκαρπίζω, διασπείρω

to spread things in a random way 
Transitive: to strew sth somewhere
to strew definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
strew
γ΄ ενικό πρόσωπο
strews
ενεστώτα μετοχή
strewing
απλός αόριστος
strewed
παθητική μετοχή
strewn
Παραδείγματα
The gardener strewed flower seeds across the entire garden to create a colorful display. 

Ο κηπουρός έσπειρε σπόρους λουλουδιών σε όλο τον κήπο για να δημιουργήσει μια πολύχρωμη εικόνα.

02

σκαρώνω, καλύπτω ατακτικά

to cover a surface or area with something in a disorderly manner 
Transitive: to strew a surface with sth
Παραδείγματα
The forest floor was strewn with fallen leaves and pine needles, creating a natural carpet. 

Το δάπεδο του δάσους ήταν στρωμένο με πεσμένα φύλλα και πευκοβελόνες, δημιουργώντας ένα φυσικό χαλί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

strewing
strew
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store