Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
strained
01
τεταμένος, υπό πίεση
displaying visible signs of mental or emotional pressure
Παραδείγματα
His strained expression revealed the stress he was feeling about the upcoming exams.
Η τεταμένη έκφρασή του αποκάλυψε το άγχος που αισθανόταν για τις επερχόμενες εξετάσεις.
02
τεντωμένος, προσποιητός
lacking natural ease
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most strained
συγκριτικός βαθμός
more strained
διαβαθμίσιμο
03
προσποιητός, τεταμένος
struggling for effect
04
τεντωμένος, προσποιητός
lacking spontaneity; not natural
Λεξικό Δέντρο
restrained
unstrained
strained
strain



























