Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to besmear
01
λωλαίνω, βρωμίζω
to rub and dirty a surface with some sort of substance such as oil
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
besmear
γ΄ ενικό πρόσωπο
besmears
ενεστώτα μετοχή
besmearing
απλός αόριστος
besmeared
παθητική μετοχή
besmeared



























