Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Straggler
01
οπισθοδρομών, αποστατών
someone who strays or falls behind
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stragglers
Λεξικό Δέντρο
straggler
straggle



























