straggot
stra
ˈstra
stra
ggot
gət
gēt
faggotmaggotagate

Ορισμός και σημασία του "straggot"στα αγγλικά

01

έτερος, ετεροφυλόφιλος

a heterosexual person 
straggot definition and meaning
προσβλητικό
αργκό
χυδαίο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
straggots
Παραδείγματα
He got called a straggot for acting offended by everything. 

Τον αποκάλεσαν straggot επειδή φερόταν προσβεβλημένος από τα πάντα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store