Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to strafe
01
βομβαρδίζω, πυροβολώ
to attack ground targets, such as enemy troops or installations, with gunfire from low-flying aircraft
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
strafe
γ΄ ενικό πρόσωπο
strafes
ενεστώτα μετοχή
strafing
απλός αόριστος
strafed
παθητική μετοχή
strafed
Παραδείγματα
As the ground forces advanced, air support was called in to strafe the opposing troops, disrupting their formation.
Καθώς οι χερσαίες δυνάμεις προχωρούσαν, ζητήθηκε αεροπορική υποστήριξη για να βομβαρδίσει τα εχθρικά στρατεύματα, διαταράσσοντας τη διάταξή τους.
Strafe
01
πλήγμα από χαμηλόπτητο αεροσκάφος, βομβαρδισμός με πολυβόλα
an attack made with machine-gun or cannon fire from a low-flying aircraft
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
strafes
Παραδείγματα
The convoy came under a sudden strafe from enemy planes.
Η πομπή υπέστη ξαφνικό βομβαρδισμό από εχθρικά αεροπλάνα.
Λεξικό Δέντρο
strafer
strafe



























