stowage
stowage
stəʊɪʤ
στεουιτζ
storage

Ορισμός και σημασία του "stowage"στα αγγλικά

01

στοίβαγμα, αποθήκευση

the act of packing or storing away 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
02

a room in which things are stored 

Παραδείγματα
The luggage was placed in the stowage compartment beneath the cabin floor. 
03

τέλος στεγάσεως, κόστος αποθήκευσης

the charge for stowing goods 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store