stowage
Pronunciation
/stˈoʊɪdʒ/

Ορισμός και σημασία του "stowage"στα αγγλικά

01

αποθήκη, χώρος αποθήκευσης

a room in which things are stored
stowage definition and meaning
02

στοίβαγμα, αποθήκευση

the act of packing or storing away
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
03

τέλος στεγάσεως, κόστος αποθήκευσης

the charge for stowing goods
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store