Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stow away
01
κρύβομαι, επιβιβάζομαι κρυφά
to hide oneself on a vehicle or vessel, such as a ship, airplane, or train, without permission or payment of fare
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
away
βασικό ρήμα
stow
ενεστώτας
stow away
γ΄ ενικό πρόσωπο
stows away
ενεστώτα μετοχή
stowing away
απλός αόριστος
stowed away
παθητική μετοχή
stowed away
Παραδείγματα
The curious teenager attempted to stow away on the circus train to experience life under the big top.
Ο περίεργος έφηβος προσπάθησε να κρυφτεί στο τρένο του τσίρκου για να βιώσει τη ζωή κάτω από τη μεγάλη σκηνή.
02
αποθηκεύω, φυλάσσω
to store something in a secure location for future use
Παραδείγματα
She decided to stow away her winter clothes in a storage bin during the summer months.
Αποφάσισε να αποθηκεύσει τα χειμωνιάτικα ρούχα της σε ένα δοχείο αποθήκευσης κατά τους θερινούς μήνες.



























