Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stow
01
αποθηκεύω, τακτοποιώ
to carefully and neatly place something in a specific location for safekeeping or organization
Transitive: to stow sth somewhere
Παραδείγματα
The flight attendant instructed passengers to stow their carry-on luggage in the overhead compartments before takeoff.
Ο αεροσυνοδός οδήγησε τους επιβάτες να τοποθετήσουν τις χειραποσκευές τους στα πάνω διαμερίσματα πριν από την απογείωση.
02
συσσωρεύω, σφυρηλατώ
to fill or pack a space tightly with items
Transitive: to stow a space with sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stow
γ΄ ενικό πρόσωπο
stows
ενεστώτα μετοχή
stowing
απλός αόριστος
stowed
παθητική μετοχή
stowed
Παραδείγματα
They stowed the truck with luggage, making sure to use every inch of space.
Φόρτωσαν το φορτηγό με αποσκευές, φροντίζοντας να χρησιμοποιήσουν κάθε εκατοστό του χώρου.



























