Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to beset
01
βασανίζω, ενοχλώ
to cause someone ongoing worry or irritation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
beset
γ΄ ενικό πρόσωπο
besets
ενεστώτα μετοχή
besetting
απλός αόριστος
beset
παθητική μετοχή
beset
Παραδείγματα
Endless emails about the mistake beset her all morning.
Ατελείωτα email για το λάθος την ταλαιπώρησαν όλο το πρωί.
02
περικυκλώνω, παρενοχλώ
to threaten or attack on all sides
Παραδείγματα
The hikers were beset by blizzards as they crossed the peak.
Οι πεζοπόροι παγιδεύτηκαν από χιονοθύελλες καθώς διέσχιζαν την κορυφή.
03
διακοσμώ, στολίζω
to cover something with ornaments or small items
Παραδείγματα
The crown was beset with glittering diamonds.
Το στέμμα ήταν διακοσμημένο με λαμπερά διαμάντια.



























