Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to beset
01
βασανίζω, ενοχλώ
to cause someone ongoing worry or irritation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
beset
γ΄ ενικό πρόσωπο
besets
ενεστώτα μετοχή
besetting
απλός αόριστος
beset
παθητική μετοχή
beset
Παραδείγματα
Financial worries beset the family during the slow season.
Οι οικονομικές ανησυχίες βασανίζουν την οικογένεια κατά τη διάρκεια της χαμηλής περιόδου.
02
περικυκλώνω, παρενοχλώ
to threaten or attack on all sides
Παραδείγματα
The castle walls were beset by enemy archers.
Τα τείχη του κάστρου πολιορκούνταν από εχθρικούς τοξότες.
03
διακοσμώ, στολίζω
to cover something with ornaments or small items
Παραδείγματα
The frame was beset with tiny shells from the beach.
Το πλαίσιο ήταν διακοσμημένο με μικρά κοχύλια από την παραλία.



























