to beset
be
bi
set
ˈsɛt
set
begetbesotberet

Ορισμός και σημασία του "beset"στα αγγλικά

to beset
01

βασανίζω, ενοχλώ

to cause someone ongoing worry or irritation 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
beset
γ΄ ενικό πρόσωπο
besets
ενεστώτα μετοχή
besetting
απλός αόριστος
beset
παθητική μετοχή
beset
Παραδείγματα
Endless emails about the mistake beset her all morning. 

Ατελείωτα email για το λάθος την ταλαιπώρησαν όλο το πρωί.

02

περικυκλώνω, παρενοχλώ

to threaten or attack on all sides 
Παραδείγματα
The hikers were beset by blizzards as they crossed the peak. 

Οι πεζοπόροι παγιδεύτηκαν από χιονοθύελλες καθώς διέσχιζαν την κορυφή.

03

διακοσμώ, στολίζω

to cover something with ornaments or small items 
Παραδείγματα
The crown was beset with glittering diamonds. 

Το στέμμα ήταν διακοσμημένο με λαμπερά διαμάντια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store