Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Storm
01
καταιγίδα, θύελλα
a strong and noisy event in the sky with heavy rain, thunder, lightning, and strong winds
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
storms
Παραδείγματα
They had to postpone the match due to the storm.
Έπρεπε να αναβάλουν τον αγώνα λόγω της καταιγίδας.
02
καταιγίδα, θύελλα
a violent commotion or disturbance
03
επίθεση, έφοδος
a sudden and forceful assault or attack, often involving a large group or intense action
Παραδείγματα
The rebel forces planned a storm to reclaim the captured city.
Οι αντάρτικες δυνάμεις σχεδίασαν μια καταιγίδα για να ανακτήσουν την κατεχόμενη πόλη.
to storm
01
βγαίνει θυμωμένος, ξεσπάω σε οργή
to act in a violent or angry way, showing strong emotion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
storm
γ΄ ενικό πρόσωπο
storms
ενεστώτα μετοχή
storming
απλός αόριστος
stormed
παθητική μετοχή
stormed
Παραδείγματα
She stormed off when her ideas were ignored.
Έφυγε θυμωμένα όταν αγνοήθηκαν οι ιδέες της.
02
παίρνω με τη βία, επιτίθεμαι
take by force
03
επιτίθεμαι, επιτίθεμαι ξαφνικά
attack by storm; attack suddenly
04
θύελλα, φυσώ δυνατά
blow hard
05
θυελλώδης, καταιγίδα
rain, hail, or snow hard and be very windy, often with thunder or lightning
Λεξικό Δέντρο
stormy
storm



























