storeroom
store
stɔ:
στο
room
rum
ρουμ
stateroomstockroom

Ορισμός και σημασία του "storeroom"στα αγγλικά

01

αποθήκη, κατάστημα

a room where things are kept while they are not needed or used 
storeroom definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
storerooms
Παραδείγματα
The janitor keeps cleaning supplies in the storeroom. 

Ο επιστάτης φυλάει τα υλικά καθαρισμού στο αποθηκευτικό δωμάτιο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

storeroom

store

+

room

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store