Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stopgap
01
προσωρινή λύση, προσωρινό μέτρο
a temporary solution or measure used to address an immediate problem or issue
Παραδείγματα
Renting a car was a necessary stopgap while her own vehicle was being repaired.
Η ενοικίαση ενός αυτοκινήτου ήταν μια απαραίτητη προσωρινή λύση ενώ το δικό της όχημα επισκευαζόταν.
Λεξικό Δέντρο
stopgap
stop
gap



























