stopgap
stop
ˈstɒp
stop
gap
gæp
gāp

Ορισμός και σημασία του "stopgap"στα αγγλικά

01

προσωρινή λύση, προσωρινό μέτρο

a temporary solution or measure used to address an immediate problem or issue 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
stopgaps
Παραδείγματα
The makeshift tent served as a stopgap until permanent shelters could be built. 

Η προσωρινή σκηνή χρησίμευσε ως προσωρινή λύση μέχρι να κατασκευαστούν μόνιμες καταφύγια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

stopgap

stop

+

gap

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store