stopcock
stop
ˈstɒp
stop
cock
kɒk
kok

Ορισμός και σημασία του "stopcock"στα αγγλικά

01

βαλβίδα διακοπής, στρόφιγγα διακοπής

a valve or faucet used to control or shut off the flow of water or other fluids in a plumbing system, typically located at a point where pipes connect or branch 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
stopcocks
Παραδείγματα
The plumber turned off the stopcock to fix the leaky pipe under the sink. 

Ο υδραυλικός έκλεισε την βαλβίδα διακοπής για να επιδιορθώσει το σωλήνα που διαρρέει κάτω από το νεροχύτη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

stopcock

stop

+

cock

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store