stooped
stooped
stupt
στουπτ
/stˈuːpt/

Ορισμός και σημασία του "stooped"στα αγγλικά

01

καμπούρης, σκυφτός

being of the habit of bending the head and shoulders forward, while walking or standing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stooped
συγκριτικός βαθμός
more stooped
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store