Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Berth
01
θέση, δουλειά
a job in an organization
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
berths
02
κουκέτα, κρεβάτι
a sleeping or seating accommodation in a vehicle, typically a bed or bunk
Παραδείγματα
The berth was equipped with a reading light and power outlet.
Ο κουκέτας ήταν εξοπλισμένος με φως για ανάγνωση και πρίζα ρεύματος.
03
αποβάθρα, θέση αγκυροβόλησης
a place where a craft can be made fast
to berth
01
αραγώ, αγκυροβολώ
to stop a ship in a place where it can stay
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
berth
γ΄ ενικό πρόσωπο
berths
ενεστώτα μετοχή
berthing
απλός αόριστος
berthed
παθητική μετοχή
berthed
Παραδείγματα
I watched as the captain skillfully berthed the large cargo ship.
Παρακολούθησα τον καπετάνιο να αραξοπλοεί επιδέξια το μεγάλο εμπορικό πλοίο.
Παραδείγματα
After hours at sea, the fishing boat finally berthed at the dock.
Μετά από ώρες στη θάλασσα, το ψαροκάικο τελικά αγκυροβόλησε στο λιμάνι.
03
αραξολόγηση, παρέχω θέση αγκυροβόλησης
provide with a berth



























