Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stomach
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stomachs
Παραδείγματα
She felt a wave of nausea in her stomach during the car ride.
Ένιωσε ένα κύμα ναυτίας στο στομάχι της κατά τη διάρκεια της διαδρομής με το αυτοκίνητο.
02
στομάχι, κοιλιά
the area of the body in a vertebrate located between the chest and the hips
Παραδείγματα
He felt a tickle on his stomach where the baby's hand brushed against him.
Ένιωσε ένα γαργαλητό στο στομάχι του όπου το χέρι του μωρού τον άγγιξε.
03
όρεξη, πείνα
an appetite for food
04
γούστο, ροπή
an inclination or liking for things involving conflict or difficulty or unpleasantness
to stomach
01
ανέχομαι, υποφέρω
put up with something or somebody unpleasant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
stomach
γ΄ ενικό πρόσωπο
stomachs
ενεστώτα μετοχή
stomaching
απλός αόριστος
stomached
παθητική μετοχή
stomached
02
ανέχομαι να φάω, αντέχω να φάω
bear to eat
Λεξικό Δέντρο
stomachal
stomachic
stomach



























