Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stodgy
01
υπερβολικά συμβατικό και χωρίς φαντασία, επομένως βαρετό
excessively conventional and unimaginative and hence dull
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
stodgiest
συγκριτικός βαθμός
stodgier
διαβαθμίσιμο
02
βαρύς, χορταστικός
(of food) high in carbohydrates and heavy, making one feel very full
03
ξεπερασμένος, παλιομοδίτικος
(used pejoratively) out of fashion; old fashioned



























