stockpot
stock
ˈstɒk
στοκ
pot
pɒt
ποτ
stinkpot

Ορισμός και σημασία του "stockpot"στα αγγλικά

01

καζάνι, μεγάλη κατσαρόλα

a large, deep pot used for making stocks, soups, and stews 
stockpot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
stockpots

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

stockpot

stock

+

pot

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store