to stockpile
stock
ˈstɒk
stok
pile
paɪl
pail

Ορισμός και σημασία του "stockpile"στα αγγλικά

to stockpile
01

συσσωρεύω, αποθηκεύω

to accumulate and store a large quantity of something, typically for future use 
Transitive: to stockpile sth
to stockpile definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stockpile
γ΄ ενικό πρόσωπο
stockpiles
ενεστώτα μετοχή
stockpiling
απλός αόριστος
stockpiled
παθητική μετοχή
stockpiled
Παραδείγματα
The government decided to stockpile medical supplies in case of emergencies such as natural disasters or pandemics. 

Η κυβέρνηση αποφάσισε να συσσωρεύσει ιατρικά προμήθειες σε περίπτωση εκτάκτων αναγκών, όπως φυσικές καταστροφές ή πανδημίες.

01

απόθεμα, αποθήκη

a storage pile accumulated for future use 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stockpiles
02

απόθεμα, αποθήκη

something kept back or saved for future use or a special purpose 

Λεξικό Δέντρο

stockpiling
stockpile

stock

+

pile

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store