Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stockpile
01
συσσωρεύω, αποθηκεύω
to accumulate and store a large quantity of something, typically for future use
Transitive: to stockpile sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stockpile
γ΄ ενικό πρόσωπο
stockpiles
ενεστώτα μετοχή
stockpiling
απλός αόριστος
stockpiled
παθητική μετοχή
stockpiled
Παραδείγματα
The government decided to stockpile medical supplies in case of emergencies such as natural disasters or pandemics.
Η κυβέρνηση αποφάσισε να συσσωρεύσει ιατρικά προμήθειες σε περίπτωση εκτάκτων αναγκών, όπως φυσικές καταστροφές ή πανδημίες.
Stockpile
01
απόθεμα, αποθήκη
a storage pile accumulated for future use
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
stockpiles
02
απόθεμα, αποθήκη
something kept back or saved for future use or a special purpose
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
stockpiling
stockpile
stock
pile



























