Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stockpile
01
συσσωρεύω, αποθηκεύω
to accumulate and store a large quantity of something, typically for future use
Transitive: to stockpile sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stockpile
γ΄ ενικό πρόσωπο
stockpiles
ενεστώτα μετοχή
stockpiling
απλός αόριστος
stockpiled
παθητική μετοχή
stockpiled
Παραδείγματα
The company often stockpiles raw materials to ensure uninterrupted production.
Η εταιρεία συχνά συσσωρεύει πρώτες ύλες για να εξασφαλίσει αδιάλειπτη παραγωγή.
Stockpile
01
απόθεμα, αποθήκη
a storage pile accumulated for future use
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stockpiles
02
απόθεμα, αποθήκη
something kept back or saved for future use or a special purpose
Λεξικό Δέντρο
stockpiling
stockpile
stock
pile



























