stockman
stock
ˈstɑk
staak
man
mæn
mān
/stˈɒkmən/

Ορισμός και σημασία του "stockman"στα αγγλικά

01

κτηνοτρόφος, βοσκός

a farmer who keeps and manages farm animals for business purposes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stockmen
Παραδείγματα
The stockman invests in better facilities to improve production.
Ο κτηνοτρόφος επενδύει σε καλύτερες εγκαταστάσεις για να βελτιώσει την παραγωγή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store