Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stipulation
01
προϋπόθεση, όρος
a restriction that is insisted upon as a condition for an agreement
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stipulations
02
διάταξη, προϋπόθεση
an assumption on which rests the validity or effect of something else
03
διάταξη, προϋπόθεση
an official statement, condition, or agreement to do or forbear something



























