Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stint
01
νησότρυγγας, αμμοσκοπική
a small shorebird belonging to the sandpiper family, known for their delicate build, short legs, and rapid movements along mudflats and shorelines
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stints
Παραδείγματα
The stint darted across the tidal flat in search of insects.
Ο στιντ διέσχισε γρήγορα την παλίρροια πεδιάδα στην αναζήτηση εντόμων.
02
περίοδος, διάρκεια
a specific duration or period during which an individual is engaged in a particular task or activity
Παραδείγματα
After completing his stint as an intern at the law firm, James was offered a full-time position.
Μετά την ολοκλήρωση της περιόδου του ως πρακτικάριος στο δικηγορικό γραφείο, στον Τζέιμς προσφέρθηκε μια πλήρης απασχόληση.
to stint
01
περιορίζομαι, ζω με το ελάχιστο
to live with and manage on a very small or limited amount of money, food, or resources
Intransitive: to stint on sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
stint
γ΄ ενικό πρόσωπο
stints
ενεστώτα μετοχή
stinting
απλός αόριστος
stinted
παθητική μετοχή
stinted
Παραδείγματα
After losing his job, he had to stint on a small monthly allowance.
Μετά την απώλεια της δουλειάς του, έπρεπε να περιορίσει τις δαπάνες του με ένα μικρό μηνιαίο επίδομα.
02
τσιγκουνεύομαι, περιορίζω
to give, provide, or allow only a small or limited amount of something
Transitive: to stint sb/sth
Παραδείγματα
The company stinted its employees on bonuses this year.
Η εταιρεία τσιγκουνέψτηκε στα μπόνους των υπαλλήλων της φέτος.



























