stinking
stin
ˈstɪn
stin
king
kɪng
king
sinkingstockingstrikingstirring

Ορισμός και σημασία του "stinking"στα αγγλικά

01

βρομερός, απαίσιος

very bad 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stinking
συγκριτικός βαθμός
more stinking
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
evaluation, quality, odor
02

βρομιάρικο, δυσώδες

having a strong, unpleasant smell 
Παραδείγματα
The stinking garbage had to be taken out before the smell spread through the house. 

Τα βρομερά σκουπίδια έπρεπε να βγουν έξω πριν η μυρωδιά εξαπλωθεί στο σπίτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

stinking
stink
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store