Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stillborn
01
νεκρογεννημένος, που δεν εμφανίζει σημεία ζωής κατά τη γέννηση
(of newborn infant) showing no signs of life at birth; not liveborn
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
medicine, biology, life
02
νεκρογεννημένος, αποτυχημένος
not having shown any success or progress
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
stillborn
still
born



























