stillborn
still
ˈstɪl
στιλ
born
bɔ:n
μπον

Ορισμός και σημασία του "stillborn"στα αγγλικά

01

νεκρογεννημένος, που δεν εμφανίζει σημεία ζωής κατά τη γέννηση

(of newborn infant) showing no signs of life at birth; not liveborn 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
medicine, biology, life
02

νεκρογεννημένος, αποτυχημένος

not having shown any success or progress 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

stillborn

still

+

born

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store