Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stick up
01
κλέβω με απειλή όπλου, ληστεύω
to rob someone using a weapon or some form of threat
Transitive: to stick up a place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
stick
ενεστώτας
stick up
γ΄ ενικό πρόσωπο
sticks up
ενεστώτα μετοχή
sticking up
απλός αόριστος
stuck up
παθητική μετοχή
stuck up
Παραδείγματα
The armed robbers stuck up the convenience store last night.
Οι ένοπλοι ληστές κλέψανε το παντοπωλείο χθες το βράδυ.
02
υπερασπίζομαι, παίρνω το μέρος
to defend oneself or others when facing criticism, opposition, or unfair treatment
Transitive: to stick up sb
Παραδείγματα
The teacher stuck up the quiet student who was being unfairly judged.
Ο δάσκαλος υπερασπίστηκε τον ήσυχο μαθητή που κρινόταν άδικα.
03
ξεχωρίζω, σηκώνομαι
to extend above a surface
Intransitive
Παραδείγματα
A few feathers on the bird's head would always stick up in a comical way.
Μερικά φτερά στο κεφάλι του πουλιού πάντα σηκώνονταν με ένα κωμικό τρόπο.
04
κολλώ, στερεώνω
to attach something in a vertical position
Transitive: to stick up sth
Παραδείγματα
She stuck up the colorful posters on the classroom walls.
Κολλησε τις πολύχρωμες αφίσες στους τοίχους της τάξης.



























