Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stereotypical
01
στερεοτυπικός, κλισέ
conforming to a fixed or oversimplified idea or image of a particular group or thing
Παραδείγματα
The news article avoided using stereotypical language when discussing immigrants, instead focusing on their individual stories and contributions.
Το άρθρο ειδήσεων απέφυγε τη χρήση στερεοτυπικής γλώσσας όταν συζητούσε για τους μετανάστες, εστιάζοντας αντ' αυτού στις ατομικές τους ιστορίες και συνεισφορές.
Λεξικό Δέντρο
stereotypically
stereotypical



























