stereotypical
ste
ˌstɛ
στε
reo
riəʊ
ριεου
ty
ˈtɪ
τι
pi
πι
cal
kəl
καλ
phenotypicalprototypicalgenotypicalantitypical

Ορισμός και σημασία του "stereotypical"στα αγγλικά

stereotypical
01

στερεοτυπικός, κλισέ

conforming to a fixed or oversimplified idea or image of a particular group or thing 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stereotypical
συγκριτικός βαθμός
more stereotypical
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
perception, society, representation
Παραδείγματα
The movie portrayed the scientist as a stereotypical nerd, complete with thick glasses and awkward social skills. 

Η ταινία απεικόνισε τον επιστήμονα ως έναν στερεοτυπικό σπασίκλα, με παχιά γυαλιά και αδέξιες κοινωνικές δεξιότητες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

stereotypically
stereotypical
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store