Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stereotypic
01
στερεοτυπικός, κλισέ
displaying a widely held but oversimplified and generalized idea of a particular type, group, or thing
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stereotypic
συγκριτικός βαθμός
more stereotypic
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
cognition, society, representation
Παραδείγματα
The movie’s villain was portrayed in a stereotypical way, with dark clothes and an evil laugh.
Ο κακός της ταινίας απεικονίστηκε με στερεοτυπικό τρόπο, με σκούρα ρούχα και ένα κακόγουστο γέλιο.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
stereotypic
stereotype



























