Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
stereotyped
01
στερεοτυπικός, κλισέ
oversimplified and lacking in individuality, often based on fixed or generalized ideas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stereotyped
συγκριτικός βαθμός
more stereotyped
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The film's portrayal of the teacher was stereotyped, focusing only on her strict demeanor.
Η απεικόνιση του δασκάλου στην ταινία ήταν στερεοτυπική, εστιάζοντας μόνο στην αυστηρή της συμπεριφορά.
Λεξικό Δέντρο
stereotyped
stereotype



























