stereoscopic
ste
ˌstɛ
στε
reos
rɪoʊs
ριουσ
co
ˈkɑ:
κα
pic
pɪk
πικ
/stˌɛɹɪə‍ʊskˈɒpɪk/

Ορισμός και σημασία του "stereoscopic"στα αγγλικά

stereoscopic
01

στερεοσκοπικός, τρισδιάστατος

having the quality of creating a three-dimensional effect by combining two slightly different images, typically one for each eye
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stereoscopic
συγκριτικός βαθμός
more stereoscopic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The artist used stereoscopic techniques to add depth to the artwork.
Ο καλλιτέχνης χρησιμοποίησε στερεοσκοπικές τεχνικές για να προσθέσει βάθος στο έργο τέχνης.
02

στερεοσκοπικός, σχετικός με ένα στερεοσκόπιο

of or relating to a stereoscope
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store