Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Stepping stone
01
πέτρα διαβάθρας, πέτρα διέλευσης
a stone in a marsh or shallow water that can be stepped on in crossing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
stepping stones
02
βήμα, εφαλτήριο
any means of advancement that helps one to make progress towards achieving something
Παραδείγματα
The internship served as a stepping stone to her career in marketing.
Η πρακτική άσκηση χρησίμευσε ως βήμα για την καριέρα της στο μάρκετινγκ.



























