Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bereave
01
στερώ, αφαιρώ
to deprive someone of a loved one through death
Transitive: to bereave a group
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
bereave
γ΄ ενικό πρόσωπο
bereaves
ενεστώτα μετοχή
bereaving
απλός αόριστος
bereaved
παθητική μετοχή
bereaved
Παραδείγματα
The sudden accident bereaved the family of their beloved son.
Το ξαφνικό ατύχημα στέρησε την οικογένεια από τον αγαπημένο τους γιο.
Λεξικό Δέντρο
bereaved
bereavement
bereave



























